Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βιβλικά εδάφια για The Tribe Of Dan

27 εδάφια · 23 πτυχές

Βασικά βιβλικά εδάφια

Φιλτράρισμα κατά βιβλίο
  1. Την δεκάτην ημέραν προσέφερεν ο άρχων των υιών Δαν, Αχιέζερ ο υιός του Αμμισαδαΐ·

  2. το δώρον αυτού ήτο εις αργυρούς δίσκος βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων· λεκάνιον εν αργυρούν εβδομήκοντα σίκλων, κατά τον σίκλον τον άγιον· αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου, διά προσφοράν εξ αλφίτων·

  3. εις θυμιαματοδόχος χρυσούς δέκα σίκλων, πλήρης θυμιάματος·

  4. εις μόσχος εκ βοών, εις κριός, εν αρνίον ενιαύσιον, εις ολοκαύτωμα·

  5. εις τράγος εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας·

  6. και εις θυσίαν ειρηνικήν, δύο βόες, κριοί πέντε, τράγοι πέντε, αρνία ενιαύσια πέντε. Τούτο ήτο το δώρον του Αχιέζερ, υιού του Αμμισαδαΐ.

  7. Εξήλθεν ο έβδομος κλήρος εις την φυλήν των υιών Δαν κατά τας συγγενείας αυτών.

  8. Και ήτο το όριον της κληρονομίας αυτών Σαραά, και Εσθαόλ, και Ιρ-σεμές,

  9. και Σαλαβείν, και Αιαλών, και Ιεθλά,

  10. και Αιλών, και Θαμναθά, και Ακκαρών,

  11. και Ελθεκώ, και Γιββεθών, και Βααλάθ,

  12. και Ιούδ, και Βανή-βαράκ, και Γαθ-ριμμών,

  13. και Με-ιαρκών, και Ρακκών, μετά του ορίου του κατέναντι της Ιόππης.

  14. Και επανήλθον προς τους αδελφούς αυτών εις Σαραά και Εσθαόλ· και είπαν προς αυτούς οι αδελφοί αυτών, Τι λέγετε σεις;

  15. Οι δε είπον, Σηκώθητε, και ας αναβώμεν εναντίον αυτών· διότι είδομεν τον τόπον, και ιδού, είναι καλός σφόδρα· και σεις κάθησθε; μη οκνήσητε να υπάγωμεν, να εισέλθωμεν διά να κληρονομήσωμεν τον τόπον·

  16. αφού υπάγητε, θέλετε ελθεί εις λαόν ζώντα εν αφοβία και εις τόπον ευρύχωρον· διότι ο Θεός έδωκεν αυτόν εις την χείρα σας· τόπον, εις τον οποίον δεν είναι έλλειψις ουδενός πράγματος των εν τη γη.

  17. Και εκίνησαν εκείθεν εκ της συγγενείας του Δαν, εκ Σαραά και εξ Εσθαόλ, εξακόσιοι άνδρες περιεζωσμένοι όπλα πολεμικά.

  18. Και ανέβησαν και εστρατοπέδευσαν εν Κιριάθ-ιαρείμ, εν Ιούδα· διά τούτο ωνόμασαν τον τόπον εκείνον Μαχανέ-δαν, έως της ημέρας ταύτης· κείται δε όπισθεν της Κιριάθ-ιαρείμ.

  19. Και εκείθεν επέρασαν εις το όρος Εφραΐμ και ήλθον έως του οίκου του Μιχαία.

  20. Και ανέβησαν οι πέντε άνδρες, οίτινες είχον υπάγει διά να κατασκοπεύσωσι τον τόπον, και εισήλθον εκεί και έλαβον το γλυπτόν και το εφόδ και το θεραφείμ και το χωνευτόν· ο δε ιερεύς ίστατο εις την θύραν του πυλώνος μετά των εξακοσίων ανδρών των περιεζωσμένων τα πολεμικά όπλα.

  21. Και καθώς ούτοι εισήλθον εις τον οίκον του Μιχαία, και έλαβον το γλυπτόν, το εφόδ και το θεραφείμ και το χωνευτόν, ο ιερεύς είπε προς αυτούς, Τι κάμνετε σεις;

  22. Και είπαν προς αυτόν, Σιώπα, βάλε την χείρα σου εις το στόμα σου, και ελθέ μεθ' ημών και γίνου εις ημάς πατήρ και ιερεύς· είναι καλήτερον εις σε να ήσαι ιερεύς εν τω οίκω ενός ανθρώπου, ή να ήσαι ιερεύς φυλής και οικογενείας εν τω Ισραήλ;

  23. Και εχάρη η καρδία του ιερέως· και έλαβε το εφόδ και το θεραφείμ και το γλυπτόν και υπήγε μεταξύ του λαού.

  24. Και στραφέντες ανεχώρησαν και έβαλον τα παιδία και τα κτήνη και την αποσκευήν έμπροσθεν αυτών.

  25. Και αυτοί έλαβον τα όσα κατεσκεύασεν ο Μιχαίας, και τον ιερέα τον οποίον είχε, και ήλθον εις Λαϊσά, προς λαόν ησυχάζοντα και ζώντα εν αφοβία· και επάταξαν αυτούς εν στόματι μαχαίρας και την πόλιν έκαυσαν εν πυρί.