- English
- King James KJV
- Complete Jewish CJB
- World English WEBM
- Berean Standard BSB
- American Standard ASV
- Geneva GNV
- Young's Literal YLT
- Douay-Rheims DRC
- International
- Shqip ALB
- العربية SVD
- বাংলা BN-IRV
- မြန်မာ Judson
- 简体文 CUV-S
- 繁體中文 CUV-T
- Čeština BKR
- Nederlands STVE
- Français LSG
- Deutsch SCH
- Ελληνικά Vamvas
- ગુજરાતી GU-IRV
- Hausa HCB
- עברית Hebrew
- हिन्दी HCV
- Magyar KAROLI
- Bahasa Indonesia INDO-TB
- Italiano Diodati
- 日本語 Kougo
- 한국어 Korean
- മലയാളം MAL
- मराठी MRCV
- Norsk DNB
- فارسی OPV
- Polski BG
- Português Almeida
- Română Cornilescu
- Русский Synodal
- Español RVG
- Kiswahili Neno
- Svenska SV1917
- Tagalog TAG-ADB
- தமிழ் TCV
- తెలుగు TSA
- ภาษาไทย THAI-KJV
- Українська Ohienko
- Tiếng Việt CADMAN
- Yorùbá YCB
Βιβλικά εδάφια για Women
Βασικά βιβλικά εδάφια
Ο δε Ισαάκ έφερεν αυτήν εις την σκηνήν της μητρός αυτού Σάρρας· και έλαβε την Ρεβέκκαν, και έγεινεν αυτού γυνή, και ηγάπησεν αυτήν· και παρηγορήθη ο Ισαάκ περί της μητρός αυτού.
Εισήλθε λοιπόν ο Λάβαν εις την σκηνήν του Ιακώβ, και εις την σκηνήν της Λείας, και εις τας σκηνάς των δύο θεραπαινών· αλλά δεν εύρηκεν αυτούς. Τότε εξήλθεν εκ της σκηνής της Λείας, και εισήλθεν εις την σκηνήν της Ραχήλ.
Εμμώρ δε, ο πατήρ του Συχέμ, εξήλθε προς τον Ιακώβ, διά να ομιλήση μετ' αυτού.
Μαριάμ δε η προφήτις, η αδελφή του Ααρών έλαβε το τύμπανον εν τη χειρί αυτής και πάσαι αι γυναίκες εξήλθον κατόπιν αυτής μετά τυμπάνων και χορών.
Και η Μαριάμ ανταπεκρίνετο προς αυτούς, λέγουσα, Ψάλλετε εις τον Κύριον· διότι εδοξάσθη ενδόξως· τον ίππον και τον αναβάτην αυτού έρριψεν εις θάλασσαν.
Εάν όμως ο πατήρ αυτής δεν στέργη να δώση αυτήν εις αυτόν, αργύριον θέλει πληρώσει κατά την προίκα των παρθένων.
Και ήλθον, άνδρες τε και γυναίκες, όσοι ήσαν προθύμου καρδίας, φέροντες βραχιόλια και ενώτια και δακτυλίδια και περιδέραια, παν σκεύος χρυσούν· και πάντες όσοι προσέφεραν προσφοράν χρυσίον εις τον Κύριον.
Και έκαμε τον νιπτήρα χάλκινον και την βάσιν αυτού χαλκίνην εκ των κατόπτρων των συναθροιζομένων γυναικών, αίτινες συνηθροίζοντο παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου.
Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν, λέγων,
Λάλησον προς τους υιούς Ισραήλ, λέγων, Εάν γυνή τις συλλάβη και γεννήση αρσενικόν, τότε θέλει είσθαι ακάθαρτος επτά ημέρας· κατά τας ημέρας του χωρισμού διά τα γυναικεία αυτής θέλει είσθαι ακάθαρτος.
Και την ογδόην ημέραν θέλει περιτέμνεσθαι η σαρξ της ακροβυστίας αυτού.
Και έτι τριάκοντα τρεις ημέρας θέλει μείνει εις το αίμα του καθαρισμού αυτής· ουδέν πράγμα άγιον θέλει εγγίσει και εις το αγιαστήριον δεν θέλει εισέλθει, εωσού πληρωθώσιν αι ημέραι του καθαρισμού αυτής.
Αλλ' εάν γεννήση θηλυκόν, τότε θέλει είσθαι ακάθαρτος δύο εβδομάδας, καθώς εν τω χωρισμώ αυτής· και θέλει μείνει έτι εις το αίμα του καθαρισμού αυτής εξήκοντα εξ ημέρας.
Και αφού πληρωθώσιν αι ημέραι του καθαρισμού αυτής, διά υιόν, ή διά θυγατέρα, θέλει φέρει αρνίον ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα, και νεοσσόν περιστεράς, ή τρυγόνα, διά προσφοράν περί αμαρτίας, εις την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου προς τον ιερέα·
ούτος δε θέλει προσφέρει αυτό ενώπιον του Κυρίου και θέλει κάμει εξιλέωσιν υπέρ αυτής και θέλει καθαρισθή από της ροής του αίματος αυτής. Ούτος είναι ο νόμος της γεννώσης αρσενικόν ή θηλυκόν.
Εάν όμως δεν ευπορή να φέρη αρνίον, τότε θέλει φέρει δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς περιστερών, μίαν διά ολοκαύτωμα και μίαν διά προσφοράν περί αμαρτίας· και θέλει κάμει εξιλέωσιν υπέρ αυτής ο ιερεύς, και θέλει καθαρισθή.
Λάλησον προς τους υιούς Ισραήλ και ειπέ προς αυτούς, Εάν ανθρώπου τινός η γυνή παραδρομήση και αμαρτήση εναντίον αυτού,
και συγκοιμηθή τις μετ' αυτής, και λανθάση τους οφθαλμούς του ανδρός αυτής και κρυφθή, και αυτή μολυνθή και μάρτυς δεν υπάρχη κατ' αυτής και δεν πιασθή,
και επέλθη εις αυτόν πνεύμα ζηλοτυπίας και ζηλοτυπήση την γυναίκα αυτού και αυτή ήναι μεμολυσμένη· ή εάν επέλθη εις αυτόν το πνεύμα της ζηλοτυπίας, και ζηλοτυπήση την γυναίκα αυτού και αυτή δεν ήναι μεμολυσμένη·
τότε θέλει φέρει ο άνθρωπος την γυναίκα αυτού προς τον ιερέα και θέλει προσφέρει το δώρον αυτής υπέρ αυτής, το δέκατον του εφά άλευρον κρίθινον· έλαιον όμως δεν θέλει επιχύσει επ' αυτό, ουδέ λιβάνιον θέλει επιθέσει επ' αυτό· διότι είναι προσφορά ζηλοτυπίας, προσφορά ενθυμήσεως, φέρουσα εις ενθύμησιν ανομίαν.
Και θέλει πλησιάσει αυτήν ο ιερεύς και στήσει αυτήν ενώπιον του Κυρίου·
Έπειτα θέλει λάβει ο ιερεύς ύδωρ άγιον εις αγγείον πήλινον· και από του χώματος, το οποίον είναι επί του εδάφους της σκηνής, θέλει λάβει ο ιερεύς και βάλει εις το ύδωρ.
Και θέλει στήσει ο ιερεύς την γυναίκα ενώπιον του Κυρίου και θέλει αποκαλύψει την κεφαλήν της γυναικός, και θέλει βάλει εις τας χείρας αυτής την προσφοράν της ενθυμήσεως, την προσφοράν της ζηλοτυπίας· εν δε τη χειρί του ιερέως θέλει είσθαι το ύδωρ το πικρόν, το οποίον φέρει την κατάραν·
Και θέλει ορκίσει αυτήν ο ιερεύς και θέλει ειπεί προς την γυναίκα, Εάν δεν εκοιμήθη τις μετά σου και εάν δεν παρεδρόμησας διά να μολυνθής, δεχομένη άλλον αντί του ανδρός σου, ας ήσαι αβλαβής από του ύδατος τούτου του πικρού, το οποίον φέρει την κατάραν·
εάν όμως παρεδρόμησας, δεχομένη άλλον αντί του ανδρός σου, και εμολύνθης και εκοιμήθη τις μετά σου εκτός του ανδρός σου,