- English
- King James KJV
- Complete Jewish CJB
- World English WEBM
- Berean Standard BSB
- American Standard ASV
- Geneva GNV
- Young's Literal YLT
- Douay-Rheims DRC
- International
- Shqip ALB
- العربية SVD
- বাংলা BN-IRV
- မြန်မာ Judson
- 简体文 CUV-S
- 繁體中文 CUV-T
- Čeština BKR
- Nederlands STVE
- Français LSG
- Deutsch SCH
- Ελληνικά Vamvas
- ગુજરાતી GU-IRV
- Hausa HCB
- עברית Hebrew
- हिन्दी HCV
- Magyar KAROLI
- Bahasa Indonesia INDO-TB
- Italiano Diodati
- 日本語 Kougo
- 한국어 Korean
- മലയാളം MAL
- मराठी MRCV
- Norsk DNB
- فارسی OPV
- Polski BG
- Português Almeida
- Română Cornilescu
- Русский Synodal
- Español RVG
- Kiswahili Neno
- Svenska SV1917
- Tagalog TAG-ADB
- தமிழ் TCV
- తెలుగు TSA
- ภาษาไทย THAI-KJV
- Українська Ohienko
- Tiếng Việt CADMAN
- Yorùbá YCB
Βιβλικά εδάφια για Priests
Βασικά βιβλικά εδάφια
και εβύθιζεν αυτήν εις το κακκάβιον, ή εις τον λέβητα, ή εις την χύτραν, ή εις το χαλκείον· και ό,τι ανεβίβαζεν η κρεάγρα, ελάμβανεν ο ιερεύς δι' εαυτόν. Ούτως έκαμνον προς πάντας τους Ισραηλίτας τους ερχομένους εκεί εις Σηλώ.
Πριν έτι καύσωσι το πάχος, ήρχετο ο υπηρέτης του ιερέως, και έλεγε προς τον άνθρωπον τον προσφέροντα την θυσίαν, Δος κρέας διά ψητόν εις τον ιερέα· διότι δεν θέλει να λάβη παρά σου κρέας βρασμένον, αλλά ωμόν.
Και εάν ο άνθρωπος έλεγε προς αυτόν, Ας καύσωσι πρώτον το πάχος, και έπειτα λάβε όσον επιθυμεί η ψυχή σου· τότε απεκρίνετο προς αυτόν, Ουχί, αλλά τώρα θέλεις δώσει ειδέ μη, θέλω λάβει μετά βίας.
Διά τούτο η αμαρτία των νέων ήτο μεγάλη σφόδρα ενώπιον του Κυρίου· διότι οι άνθρωποι απεστρέφοντο την θυσίαν του Κυρίου.
Ήτο δε ο Ηλεί πολύ γέρων· και ήκουσε πάντα όσα έπραττον οι υιοί αυτού εις πάντα τον Ισραήλ· και ότι εκοιμώντο μετά των γυναικών, των συνερχομένων εις την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου.
Και είπε προς αυτούς, Διά τι κάμνετε τοιαύτα πράγματα; διότι εγώ ακούω κακά πράγματα διά σας παρά παντός τούτου του λαού·
μη, τέκνα μου· διότι δεν είναι καλή η φήμη, την οποίαν εγώ ακούω· σεις κάμνετε τον λαόν του Κυρίου να γίνηται παραβάτης·
Και έλαβεν ο Σαμουήλ εν αρνίον γαλαθηνόν, και προσέφερεν ολόκληρον ολοκαύτωμα εις τον Κύριον· και εβόησεν ο Σαμουήλ προς τον Κύριον υπέρ του Ισραήλ· και επήκουσεν αυτού ο Κύριος.
Και απεκρίθη ο ιερεύς προς τον Δαβίδ, και είπε, Δεν έχω πρόχειρον ουδένα κοινόν άρτον, αλλ' είναι άρτοι ηγιασμένοι· οι νέοι εφυλάχθησαν καθαροί τουλάχιστον από γυναικών;
Και απεκρίθη ο Δαβίδ προς τον ιερέα και είπε προς αυτόν, Μάλιστα αι γυναίκες είναι μακράν αφ' ημών εις τας τρεις ταύτας ημέρας, αφού εξήλθον, και τα σκεύη των νέων είναι καθαρά· και ούτος ο άρτος είναι τρόπον τινά κοινός, μάλιστα επειδή σήμερον είναι άλλος ηγιασμένος εις τα σκεύη.
Έδωκε λοιπόν ο ιερεύς εις αυτόν τους άρτους τους αγίους· διότι δεν ήτο εκεί άρτος παρά τους άρτους της προθέσεως, οίτινες είχον σηκωθή απ' έμπροσθεν του Κυρίου, διά να θέσωσιν άρτους ζεστούς καθ' ην ημέραν εσηκώθησαν εκείνοι.
Προς δε τον Αβιάθαρ τον ιερέα είπεν ο βασιλεύς, Εις Αναθώθ ύπαγε, εις τους αγρούς σου· διότι είσαι άξιος θανάτου· αλλά την ημέραν ταύτην δεν θέλω σε θανατώσει, επειδή εσήκωσας την κιβωτόν Κυρίου του Θεού έμπροσθεν Δαβίδ του πατρός μου και επειδή εκακοπάθησας εις πάντα όσα εκακοπάθησεν ο πατήρ μου.
Και ελθών ο Ροβοάμ εις Ιερουσαλήμ, συνήθροισε πάντα τον οίκον Ιούδα και την φυλήν Βενιαμίν, εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδας εκλεκτών πολεμιστών, διά να πολεμήσωσι κατά του οίκου του Ισραήλ, όπως επαναφέρωσι την βασιλείαν εις τον Ροβοάμ τον υιόν του Σολομώντος.
Και εστοίβασε τα ξύλα και διεμέλισε τον μόσχον και επέθεσεν αυτόν επί των ξύλων.
Ούτως εφοβούντο τον Κύριον· έκαμον δε εις εαυτούς εκ των εσχάτων μεταξύ αυτών ιερείς των υψηλών τόπων, οίτινες εθυσίαζον υπέρ αυτών εν τοις οίκοις των υψηλών τόπων.
Εις δε τους υιούς του Ααρών έδωκαν τας πόλεις του Ιούδα, την Χεβρών, την πόλιν του καταφυγίου και την Λιβνά και τα περίχωρα αυτής και την Ιαθείρ και την Εσθεμωά και τα περίχωρα αυτής,
και την Ηλών και τα περίχωρα αυτής, την Δεβείρ και τα περίχωρα αυτής,
και την Ασάν και τα περίχωρα αυτής και την Βαιθ-σεμές και τα περίχωρα αυτής,
και εκ της φυλής Βενιαμίν την Γαβαά και τα περίχωρα αυτής και την Αλεμέθ και τα περίχωρα αυτής και την Αναθώθ και τα περίχωρα αυτής· πάσαι αι πόλεις αυτών, κατά τας συγγενείας αυτών, δεκατρείς.
Και αύται ήσαν αι διαιρέσεις των υιών του Ααρών· οι υιοί του Ααρών, Ναδάβ και Αβιούδ, Ελεάζαρ και Ιθάμαρ.
Και απέθανον ο Ναδάβ και ο Αβιούδ έμπροσθεν του πατρός αυτών, και δεν είχον υιούς· όθεν ιεράτευσαν ο Ελεάζαρ και ο Ιθάμαρ.
Και διήρεσεν αυτούς ο Δαβίδ, τον τε Σαδώκ εκ των υιών Ελεάζαρ, και τον Αχιμέλεχ εκ των υιών του Ιθάμαρ, κατά τα χρέη αυτών εις την υπηρεσίαν αυτών.
Ευρέθησαν δε πλειότεροι αρχηγοί εκ των υιών Ελεάζαρ, παρά εκ των υιών Ιθάμαρ· και διηρέθησαν ούτω· εκ των υιών Ελεάζαρ ήσαν δεκαέξ αρχηγοί οίκου πατέρων· και εκ των υιών Ιθάμαρ οκτώ αρχηγοί του οίκου των πατέρων αυτών.
Διήρεσαν δε αυτούς διά κλήρων, τούτους προς εκείνους· διότι διευθυνταί του αγιαστηρίου και διευθυνταί του οίκου του Θεού ήσαν εκ των υιών Ελεάζαρ και εκ των υιών Ιθάμαρ.
Και κατέγραψεν αυτούς Σεμαΐας ο υιός του Ναθαναήλ ο γραμματεύς, ο εκ των Λευϊτών, έμπροσθεν του βασιλέως και των αρχόντων και Σαδώκ του ιερέως και Αχιμέλεχ υιού του Αβιάθαρ και έμπροσθεν των αρχηγών των πατριών των ιερέων και Λευϊτών, λαμβανομένης μιας πατριάς εκ του Ελεάζαρ και μιας εκ του Ιθάμαρ.