Skip to content
Λευιτικόν 15:1-18

Λευιτικόν 15:1-18

1
Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν και προς τον Ααρών, λέγων,
2
Λαλήσατε προς τους υιούς Ισραήλ, και είπατε προς αυτούς, Εάν τις άνθρωπος έχη ρεύσιν εκ του σώματος αυτού, διά την ρεύσιν αυτού είναι ακάθαρτος.
3
Και αύτη θέλει είσθαι η ακαθαρσία αυτού εν τη ρεύσει αυτού· αν τε το σώμα αυτού παύση από της ρεύσεως αυτού· είναι η ακαθαρσία εν αυτώ.
4
Πάσα κλίνη, επί της οποίας ήθελε κοιμηθή ο έχων την ρεύσιν, θέλει είσθαι ακάθαρτος· και παν σκεύος, επί του οποίου ήθελε καθίσει, θέλει είσθαι ακάθαρτον.
5
Και ο άνθρωπος, όστις εγγίση την κλίνην αυτού, θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λουσθή εν ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
6
Και όστις καθίση επί του σκεύους, επί του οποίου εκάθισεν ο έχων την ρεύσιν, θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λουσθή εν ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
7
Και όστις εγγίση το σώμα του έχοντος την ρεύσιν, θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λουσθή εν ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
8
Και εάν ο έχων την ρεύσιν πτύση επί τον καθαρόν, ούτος θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λουσθή εν ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
9
Και παν σαμάριον επί του οποίου ήθελε καθίσει ο έχων την ρεύσιν, θέλει είσθαι ακάθαρτον.
10
Και όστις εγγίση πάντα, όσα ήθελον είσθαι υποκάτω αυτού, θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας· και όστις βαστάση αυτά, θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λουσθή εν ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
11
Και όντινα εγγίση ο έχων την ρεύσιν, χωρίς να έχη νιμμένας τας χείρας αυτού εν ύδατι, ούτος θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λουσθή εν ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
12
Και το αγγείον το πήλινον, το οποίον ήθελεν εγγίσει ο έχων την ρεύσιν, θέλει συντριφθή· και παν σκεύος ξύλινον θέλει πλυθή εν ύδατι.
13
Και αφού ο έχων την ρεύσιν καθαρισθή από της ρεύσεως αυτού, τότε θέλει αριθμήσει εις εαυτόν επτά ημέρας διά τον καθαρισμόν αυτού· και θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λούσει το σώμα αυτού εν ύδατι ζώντι και θέλει είσθαι καθαρός.
14
Και την ογδόην ημέραν θέλει λάβει εις εαυτόν δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς περιστερών και θέλει ελθεί ενώπιον του Κυρίου εις την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου και θέλει δώσει αυτάς εις τον ιερέα·
15
και θέλει προσφέρει αυτάς ο ιερεύς, την μεν διά προσφοράν περί αμαρτίας, την δε άλλην διά ολοκαύτωμα· και θέλει κάμει εξιλέωσιν ο ιερεύς υπέρ αυτού ενώπιον του Κυρίου διά την ρεύσιν αυτού.
16
Και ο άνθρωπος, εκ του οποίου ήθελεν εξέλθει σπέρμα συνουσίας, θέλει λούσει όλον αυτού το σώμα εν ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
17
Και παν ιμάτιον και παν δέρμα, επί του οποίου ήθελεν είσθαι σπέρμα συνουσίας, θέλει πλυθή εν ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτον έως εσπέρας.
18
Η δε γυνή, μετά της οποίας ήθελε συγκοιμηθή άνθρωπος εν σπέρματι συνουσίας, θέλουσι λουσθή εν ύδατι και θέλουσιν είσθαι ακάθαρτοι έως εσπέρας.
Settings

Reading Style

Typeface

Font Size 19px

Options