Ιεζεκιήλ 40:1-4
1
Εν τω εικοστώ πέμπτω έτει της αιχμαλωσίας ημών, εν τη αρχή του έτους, τη δεκάτη του μηνός, τω δεκάτω τετάρτω έτει μετά την άλωσιν της πόλεως, εν τη αυτή ημέρα χειρ Κυρίου εστάθη επ' εμέ και με έφερεν εκεί.
2
Δι' οραμάτων του Θεού με έφερεν εις γην Ισραήλ και με έθεσεν επί όρους υψηλοτάτου, εφ' ου ήτο προς μεσημβρίαν ως οικοδομή πόλεως.
3
Και με έφερεν εκεί και ιδού, άνθρωπος του οποίου η θέα ήτο ως θέα χαλκού, και είχεν εν τη χειρί αυτού νήμα λινούν και μέτρον καλάμινον, και αυτός ίστατο εν τη πύλη.
4
Και ο άνθρωπος είπε προς εμέ, Υιέ ανθρώπου, ιδέ με τους οφθαλμούς σου και άκουσον με τα ώτα σου και θέσον την καρδίαν σου επί πάντα όσα εγώ σοι δείξω· διότι, διά να σοι δείξω ταύτα, εισήχθης ενταύθα· απάγγειλον πάντα όσα βλέπεις προς τον οίκον Ισραήλ.
Settings