Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βιβλικά εδάφια για Onycha: A component of the sacred ointment, made from the shells of a species of mussel, possessing an odor.

1 εδάφιο · 1 πτυχή

Εδάφια για A component of the sacred ointment, made from the shells of a species of mussel, possessing an odor.

  1. Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Λάβε εις σεαυτόν ευώδη αρώματα, στακτήν και όνυχα και χαλβάνην, ταύτα τα ευώδη αρώματα μετά καθαρού λιβανίου· ίσου βάρους θέλει είσθαι έκαστον.