Νεεμίας 7:1-4
1
Αφού δε το τείχος εκτίσθη, και έστησα τας θύρας, και διωρίσθησαν οι πυλωροί και οι ψαλτωδοί και οι Λευΐται,
2
προσέταξα περί της Ιερουσαλήμ τον αδελφόν μου Ανανί και τον Ανανίαν τον άρχοντα του φρουρίου· διότι ήτο ως άνθρωπος πιστός και φοβούμενος τον Θεόν, υπέρ πολλούς.
3
Και είπα προς αυτούς, Ας μη ανοίγωνται αι πύλαι της Ιερουσαλήμ εωσού θερμάνη ο ήλιος· και εκείνων έτι παρόντων, να κλείωνται αι θύραι και να ασφαλίζωνται και φυλακαί να διορίζωνται εκ των κατοίκων της Ιερουσαλήμ, έκαστος εν τη φυλακή αυτού και έκαστος απέναντι της οικίας αυτού.
4
Και η πόλις ήτο ευρύχωρος και μεγάλη, ο δε λαός ολίγος εν αυτή, και οικίαι δεν ήσαν ωκοδομημέναι.
Settings